
Η μεταρρύθμιση των τελωνείων της ΕΕ για το ηλεκτρονικό εμπόριο: Τι αλλάζει για το e-commerce
Η Μεταρρύθμιση των Τελωνείων της ΕΕ (EU Customs Reform) αποτελεί μια φιλόδοξη αναμόρφωση του τρόπου λειτουργίας των τελωνειακών αρχών στα 27 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η μεταρρύθμιση του ισχύοντος Ενωσιακού Τελωνειακού Κώδικα (Union Customs Code – UCC) του 2016 υπαγορεύεται από την ανάγκη για πλήρη ψηφιοποίηση των ευρωπαϊκών και εθνικών τελωνειακών συστημάτων, ενίσχυση της ανθεκτικότητας απέναντι σε διεθνείς πολιτικές και υγειονομικές κρίσεις και μεγαλύτερη εναρμόνιση ως προς την εφαρμογή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας. Παράλληλα, η ταχεία αύξηση του όγκου των αποστολών χαμηλής αξίας που διέρχονται από τα τελωνεία καθιστά ακόμη πιο επιτακτική την ανάγκη εκσυγχρονισμού των τελωνειακών εργαλείων.
Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Ηλεκτρονικού Εμπορίου (GRECA), το πρώτο σημαντικό ορόσημο εφαρμογής της EU Customs Reform στον τομέα του ηλεκτρονικού εμπορίου αφορά την αλλαγή του καθεστώτος των τελωνειακών δασμών, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2026. Τα εμπορεύματα που περιλαμβάνονται σε αποστολές με εσωτερική αξία έως 150 ευρώ, τα οποία μέχρι πρότινος απαλλάσσονταν από τελωνειακούς δασμούς, δεν μπορούν πλέον να εισάγονται ατελώς και υπόκεινται πλέον σε προσωρινό τελωνειακό δασμό 3 ευρώ ανά είδος.
Από την 1η Ιουλίου 2028, ο ενιαίος αυτός δασμός θα αντικατασταθεί από τον εκάστοτε εφαρμοζόμενο δασμό του Κοινού Τελωνειακού Δασμολογίου της ΕΕ (Common Customs Tariff). Ο τελωνειακός δασμός των τριών ευρώ καθίσταται απαιτητός τη στιγμή που γίνεται αποδεκτή η τελωνειακή διασάφηση για τη θέση των εμπορευμάτων σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΕ.
Ο τρόπος απόδοσης του δασμού εξαρτάται από το κανάλι εισαγωγής που χρησιμοποιείται για τη συγκεκριμένη πώληση, ενώ δεν υπάρχει ένας κεντρικός μηχανισμός μέσω του οποίου τα marketplaces να εισπράττουν και να αποδίδουν τον δασμό. Το κατά πόσο ο δασμός περιλαμβάνεται στην online τιμή του προϊόντος, χρεώνεται κατά το checkout ή εισπράττεται κατά την παράδοση εξαρτάται τελικά από το επιχειρηματικό μοντέλο του πωλητή ή της πλατφόρμας, καθώς και από τις σχετικές συμφωνίες με τους παρόχους logistics.
Η ευθύνη για την τελωνειακή οφειλή κατανέμεται μέσω ενός συστήματος διαδοχικής ευθύνης, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει τις πλατφόρμες, τους πωλητές, τους μεταφορείς ή τελωνειακούς αντιπροσώπους και, επικουρικά, άλλα πρόσωπα. Όταν ένας online retailer ή μία πλατφόρμα χρησιμοποιεί εγγραφή στο Import One-Stop Shop (IOSS), ο online retailer ή η πλατφόρμα θεωρείται ο διασαφιστής και συνεπώς είναι υπεύθυνος για την τελωνειακή οφειλή. Όταν δεν χρησιμοποιείται το IOSS, υπεύθυνος καθίσταται ο χρήστης των ειδικών ταχυδρομικών ρυθμίσεων. Εναλλακτικά, ως διασαφιστής μπορεί να ενεργεί ένας έμμεσος τελωνειακός αντιπρόσωπος, συνήθως κάποιος μεταφορέας. Σε ορισμένα κράτη μέλη, όπου αυτό επιτρέπεται, η ευθύνη μπορεί να αναληφθεί και από τρίτο μέρος. Σε κάθε περίπτωση, ο τελικός καταναλωτής δεν θα πρέπει να είναι ο οφειλέτης του τελωνειακού χρέους.
Στην πράξη, οι συμβατικές συμφωνίες μεταξύ των online πωλητών ή των πλατφορμών και των παρόχων logistics θα καθορίζουν τις επιμέρους διαδικασίες παράδοσης και πληρωμής.
Ο τελωνειακός δασμός των 3 ευρώ εφαρμόζεται ανά γραμμή είδους στην τελωνειακή διασάφηση. Κατά συνέπεια, η ακρίβεια των πληροφοριών και των δεδομένων που παρέχονται θα είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον ορθό υπολογισμό του εφαρμοζόμενου δασμού. Τα απαιτούμενα στοιχεία σχετικά με τη δασμολογική κατάταξη, την περιγραφή και, όπου απαιτείται, την προέλευση, την ποσότητα και τον προτιμησιακό δασμολογικό συντελεστή των προϊόντων ενδέχεται να διαφοροποιούνται ανάλογα με τον τύπο της τελωνειακής διασάφησης.
Οι σχετικές τελωνειακές διασαφήσεις είναι:
- H1, για εισαγωγές στο πλαίσιο της συνήθους τελωνειακής διαδικασίας
- H6, για ταχυδρομικές αποστολές
- H7, για προϊόντα ηλεκτρονικού εμπορίου στο πλαίσιο του καθεστώτος IOSS
Το δεύτερο σημαντικό ορόσημο εφαρμογής της EU Customs Reform για το ηλεκτρονικό εμπόριο αναμένεται στις 1 Νοεμβρίου 2026, όταν προβλέπεται να τεθούν σε εφαρμογή δύο σημαντικά νέα μέτρα.
Το πρώτο μέτρο αφορά την υποχρεωτική παροχή αναγνωριστικών προϊόντος (Product Identifiers – PID) για κάθε είδος, με στόχο να δοθεί στις τελωνειακές αρχές η δυνατότητα να αποκτούν και να χρησιμοποιούν πληροφορίες επιχειρησιακής ιχνηλασιμότητας και δεδομένα από την εφοδιαστική αλυσίδα, διευκολύνοντας έτσι τον εντοπισμό μη συμμορφούμενων προϊόντων.
Θα υπάρχουν τρεις κατηγορίες PID:
- το merchant product identifier, δηλαδή το αναγνωριστικό προϊόντος που αποδίδεται από τον online retailer ή την πλατφόρμα σε κάθε προϊόν που προσφέρεται online,
- μία μη τυποποιημένη αναφορά προϊόντος του κατασκευαστή,
- και, όπου υπάρχει, μία διεθνώς τυποποιημένη αναφορά προϊόντος.
Τα merchant και manufacturer PIDs θα είναι υποχρεωτικά, ενώ το διεθνώς αναγνωρισμένο PID θα μπορεί να παρέχεται όπου αυτό είναι διαθέσιμο και εφαρμόσιμο.
Οι κανόνες για τα PID θα εφαρμόζονται σε όλα τα προϊόντα ανεξαρτήτως αξίας, αν και ορισμένες κατηγορίες προϊόντων που θα προσδιορίζονται μέσω λίστας κωδικών εμπορευμάτων θα υπόκεινται σε ειδική μεταχείριση. Οι Εγκεκριμένοι Οικονομικοί Φορείς (Authorised Economic Operators – AEO) ενθαρρύνονται να αρχίσουν να παρέχουν τα PIDs νωρίτερα, ενώ η υποχρέωση θα καταστεί υποχρεωτική για όλους τους υπόλοιπους οικονομικούς φορείς από την 1η Νοεμβρίου 2026. Το δεύτερο μέτρο αφορά την εισαγωγή ενός νέου ενιαίου τέλους διαχείρισης (handling fee) για προϊόντα ηλεκτρονικού εμπορίου, το οποίο είναι διαφορετικό από τον τελωνειακό δασμό των 3 ευρώ.
Στόχος του τέλους διαχείρισης είναι αφενός να λειτουργήσει αποτρεπτικά ως προς την εισαγωγή μη συμμορφούμενων προϊόντων και αφετέρου να αποζημιώσει τις τελωνειακές αρχές για τις επενδύσεις και τις προσπάθειες ενίσχυσης της επιχειρησιακής τους ικανότητας. Η δευτερογενής νομοθεσία που θα καθορίζει τις επιχειρησιακές λεπτομέρειες δεν έχει ακόμη υιοθετηθεί. Μεταξύ των στοιχείων που παραμένουν υπό καθορισμό είναι:
- Το ακριβές ύψος του τέλους, το οποίο αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 2 ευρώ και 4 ευρώ
- Ο τρόπος υπολογισμού του
- Ο μηχανισμός είσπραξης και απόδοσής του
- καθώς και άλλες τεχνικές και λειτουργικές λεπτομέρειες
Το ευρωπαϊκό handling fee έχει επίσης ως στόχο να εναρμονίσει το κατακερματισμένο τοπίο εθνικών πρωτοβουλιών που έχουν αναπτυχθεί για τον περιορισμό των εισαγωγών μη συμμορφούμενων προϊόντων. Ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ εισήγαγαν εθνικά τέλη στις αρχές του 2026, ωστόσο στη συνέχεια τα απέσυραν νωρίτερα από τον αρχικό σχεδιασμό, λόγω της ανεπιθύμητης εκτροπής εμπορικών ροών και διαδρομών εισαγωγής που προκάλεσαν. Το ενιαίο ευρωπαϊκό handling fee, το οποίο αναμένεται να τεθεί σε εφαρμογή την 1η Νοεμβρίου 2026, αναμένεται να οδηγήσει σε μεγαλύτερη σύγκλιση προς μια κοινή ευρωπαϊκή λύση.
Οι επιπτώσεις της πρώτης φάσης εφαρμογής της μεταρρύθμισης του UCC, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2026, θα γίνουν περισσότερο εμφανείς κατά τις επόμενες εβδομάδες και μήνες. Μακροπρόθεσμα, ωστόσο, η μεταρρύθμιση θα αλλάξει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αλληλεπιδρούν με τις τελωνειακές αρχές στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ. Οι αλλαγές δεν αφορούν μόνο τη φορολογική και τελωνειακή ευθύνη, αλλά και την ανταλλαγή δεδομένων, τη συμμόρφωση, τις επενδύσεις σε πληροφοριακά συστήματα και τη συνολική επιχειρησιακή προσαρμογή των επιχειρήσεων.
Η μεταρρύθμιση του UCC θα μεταφέρει επίσης μεγαλύτερη ευθύνη στις πλατφόρμες, στους πωλητές και στους υπόλοιπους οικονομικούς φορείς, οι οποίοι θα καλούνται να διασφαλίζουν τόσο την ακρίβεια των τελωνειακών δεδομένων όσο και τη συμμόρφωση των εισαγόμενων προϊόντων.
Η σταδιακή εφαρμογή του νέου πλαισίου προσφέρει στις επιχειρήσεις ένα χρονικό περιθώριο προσαρμογής. Ωστόσο, δεδομένης της έκτασης και της πολυπλοκότητας των αλλαγών, οι σχετικές προετοιμασίες θα πρέπει να ξεκινήσουν αρκετά πριν από την έναρξη λειτουργίας του EU Customs Data Hub για το ηλεκτρονικό εμπόριο το 2028.
