Εξοικονόμηση 1 δισ. ευρώ από την εφαρμογή του ηλεκτρονικού τιμολογίου
Την καθιέρωση του ηλεκτρονικού τιμολογίου για τις επιχειρήσεις και για το δημόσιο ανακοίνωσαν οι ηγεσίες των υπουργείων Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης.Όπως τόνισε ο υπουργός Ανάπτυξης, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, κ. Μιχάλης Χρυσοχοϊδης, «η χρήση του ηλεκτρονικού τιμολογίου αποτελεί πάγιο αίτημα της επιχειρηματικής κοινότητας προς την Πολιτεία, καθώς θα διευκολύνει σημαντικά και θα αλλάξει ριζικά τα συναλλακτικά μας ήθη». Ταυτόχρονα, συνέχισε ο υπουργός, «μπορεί να αποτελέσει και θα αξιοποιηθεί κατάλληλα, και σημαντικό εργαλείο ελέγχου στα χέρια του Κράτους, καθώς μέσα από την αυτοματοποίηση των διαδικασιών τιμολόγησης, διευκολύνεται σημαντικά και ο οικονομικός έλεγχος των επιχειρήσεων από το Δημόσιο».
Με την καθιέρωση του ηλεκτρονικού τιμολογίου απαλλάσσονται σταδιακά οι επιχειρήσεις από το μεγάλο διοικητικό και οικονομικό βάρος των συναλλαγών σε χαρτί, μεταφέροντας όλη την οικονομική δραστηριότητα στο διαδίκτυο και σε ασφαλή πληροφοριακά συστήματα. Σύμφωνα με υπολογισμούς, κάθε χάρτινο τιμολόγιο που εκδίδει μια επιχείρηση, κοστίζει από 7-15 ευρώ. Αντίστοιχα, κάθε ηλεκτρονικό τιμολόγιο κοστίζει από 0,60 – 4 ευρώ. Αν ληφθεί υπόψη ότι ο ετήσιος αριθμός τιμολογίων που εκδίδονται στην Ελλάδα υπερβαίνει τα 200 με 250 εκατ. ευρώ, τότε το μέγεθος του οικονομικού οφέλους που θα μπορούσε να προκύψει για τις επιχειρήσεις συνολικά, με την εφαρμογή της πλήρους ηλεκτρονικής τιμολόγησης στις συναλλαγές τους, μπορεί να ανέλθει τουλάχιστον στο 1 δισ. ευρώ.
Κατά τη δική του παρέμβαση, ο υφυπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, κ. Παντελής Τζωρτζάκης, έκανε λόγο για «σημαντική συνεργασία των αρμόδιων υπουργείων», προκειμένου να καθιερωθεί το ηλεκτρονικό τιμολόγιο, ενώ προωθείται ήδη ,όπως είπε, το e-payment, οι ηλεκτρονικές πληρωμές δηλαδή. Παράλληλα, ο κ. Τζωρτζάκης έθεσε ως βασικό στόχο και τη διασύνδεση των μητρώων που υπάρχουν σήμερα. «Δηλαδή εγώ αυτή τη στιγμή σαν φυσικό πρόσωπο, έχω κάποια στοιχεία στο ληξιαρχείο, κάποια στην Εφορία, κάποια στο ΑΜΚΑ, έχω κάποια σπίτια, κάποια οικόπεδα και όλα αυτά θα πρέπει να διασυνδεθούν με ένα ενιαίο τρόπο, γύρω από το φυσικό πρόσωπο», τόνισε χαρακτηριστικά. Προανήγγειλε, τέλος, ότι «αρχές Σεπτεμβρίου θα ανακοινωθεί η ηλεκτρονική υπογραφή για όλες τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις (ΚΥΑ)», το οποίο θα αποτελέσει «πραγματικά σημαντική εξέλιξη στην ανάπτυξη της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης».
Ο γ.γ. Πληροφοριακών Συστημάτων, κ. Διομήδης Σπινέλλης ξεκαθάρισε ότι «οι υπάρχουσες υποδομές μπορούν να ανταπεξέλθουν στις διαδικασίες που απαιτούνται», ενώ προσέθεσε ότι «έχει ήδη κατακυρωθεί και ο διαγωνισμός για το καινούριο υπολογιστικό κέντρο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων και υπολογίζουμε ότι στο επόμενο εξάμηνο -έχουμε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα στη διάθεσή μας- να έχει ολοκληρωθεί η εγκατάστασή του». Από την πλευρά του ο γ.γ. Φορολογικών και Τελωνειακών Θεμάτων, κ. Γιάννης Καπελέρης, τόνισε ότι «με αυτή τη διαδικασία υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες, ώστε η δυνατότητα έκδοσης εικονικών και πλαστών φορολογικών στοιχείων να εκμηδενίζεται. Πέραν τούτου, οι ασφαλιστικές δικλείδες οι οποίες θα δοθούν κατά τη διαδικασία υλοποίησης της ηλεκτρονικής τιμολόγησης θα διασφαλίζουν και τα δημόσια έσοδα όσον αφορά στο θέμα του ότι θα βάλουμε κόφτες όσον αφορά τον ενημερότητα».
Επιπροσθέτως, συμφωνήθηκε και από τα τρία συναρμόδια υπουργεία τα επόμενα βήματα της πρωτοβουλίας, τα οποία είναι:
• Μέχρι το Σεπτέμβριο 2011, θα τεθεί σε δημόσια διαβούλευση κοινωνικούς εταίρους το ενιαίο πρότυπο ηλεκτρονικού τιμολογίου,
• Δράσεις ενημέρωσης και διάδοσης της ηλεκτρονικής τιμολόγησης βήμα έως το τέλος του χρόνου,
• Υποχρεωτική εφαρμογή της ηλεκτρονικής τιμολόγησης στις συναλλαγές των επιχειρήσεων με το δημόσιο (Business to Government – B2G),
• Καθιέρωση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης στις συναλλαγές μεταξύ φορέων του Δημοσίου (Government to Government – G2G),
• Δράσεις κρατικών ενισχύσεων, όπως ένα επιχειρηματικό κουπόνι που θα δίνεται προς τις επιχειρήσεις, ώστε η μετάβαση και η προσαρμογή στο νέο σύστημα να γίνει όσο το δυνατόν πιο ομαλά.
