
Ήπια πτώση κατέγραψαν οι ελληνικές εξαγωγές τον Μάιο του 2025
Μικρή κάμψη καταγράφηκε στις εξαγωγές τον Ιούλιο του 2025, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που ανακοίνωσε στις 5 Σεπτεμβρίου 2025 η Ελληνική Στατιστική Αρχή και επεξεργάστηκε το ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ. Συγκεκριμένα, η συνολική αξία των εξαγωγών αγαθών ανήλθε στα 4.357,1 εκατ. ευρώ, έναντι 4.700,6 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο του 2024, σημειώνοντας μείωση κατά 343,5 εκατ. ευρώ ή 7,3%. Παράλληλα, υποχώρηση καταγράφηκε και στις εισαγωγές, οι οποίες ανήλθαν σε 7.278,8 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο του 2025, από 7.510,1 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2024, καταγράφοντας πτώση κατά 231,3 εκατ. ευρώ ή 3,1%. Ως αποτέλεσμα, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου διευρύνθηκε, διαμορφούμενο στα -2.921,7 εκατ. ευρώ έναντι -2.809,5 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο του 2024, με την αύξηση να ανέρχεται σε 112,2 εκατ. ευρώ ή 4,0%.
Όταν εξαιρούμε τα πετρελαιοειδή, παρατηρούνται οριακά αυξητικές τάσεις τόσο στις εξαγωγές, όσο και στις εισαγωγές. Συγκεκριμένα, οι εξαγωγές χωρίς πετρελαιοειδή ανήλθαν σε 3.365,1 εκατ. ευρώ, έναντι 3.317,0 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο του 2024, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 48,1 εκατ. ευρώ ή 1,5%. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε 6.027,9 εκατ. ευρώ, από 5.932,9 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους, σημειώνοντας αύξηση κατά 95,0 εκατ. ευρώ ή 1,6%. Ως εκ τούτου, το έλλειμμα του εμπορικού ισοζυγίου διαμορφώθηκε στα -2.662,8 εκατ. ευρώ, έναντι -2.615,9 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο του 2024, παρουσιάζοντας επιδείνωση κατά 46,9 εκατ. ευρώ ή 1,8%.
Σε επίπεδο επταμήνου, για την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2025, οι εξαγωγές αγαθών ανήλθαν σε 28.471,8 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας μείωση κατά 1.588,9 εκατ. ευρώ ή 5,3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, όταν ανήλθαν σε 30.060,7 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχη πτωτική πορεία σημειώθηκε και στις εισαγωγές, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 47.954,7 εκατ. ευρώ έναντι 49.633,3 εκατ. ευρώ το ίδιο διάστημα του προηγούμενου έτους, καταγράφοντας μείωση κατά 1.678,6 εκατ. ευρώ ή 3,4%. Ως εκ τούτου, το εμπορικό έλλειμμα παρουσίασε οριακή βελτίωση, καθώς περιορίστηκε στα -19.482,9 εκατ. ευρώ από -19.572,6 εκατ. ευρώ το 2024, με τη διαφορά να ανέρχεται σε 89,7 εκατ. ευρώ ή 0,5%.
Εάν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές αγαθών κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2025 ανήλθαν σε 22.113,4 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά 1.025,2 εκατ. ευρώ ή 4,9% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του 2024, όπου είχαν διαμορφωθεί σε 21.088,2 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχα, οι εισαγωγές χωρίς τα πετρελαιοειδή αυξήθηκαν κατά 1.549,8 εκατ. ευρώ ή 4,2%, φτάνοντας τα 38.733,1 εκατ. ευρώ έναντι 37.183,3 εκατ. ευρώ το 2024. Ως εκ τούτου, το εμπορικό ισοζύγιο χωρίς πετρελαιοειδή παρουσίασε επιδείνωση, με το έλλειμμα να διαμορφώνεται στα -16.619,7 εκατ. ευρώ, αυξημένο κατά 524,6 εκατ. ευρώ ή 3,3% σε σύγκριση με την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους.
Σε κλαδικό επίπεδο, ο κλάδος των τροφίμων κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτες τιμές, με άνοδο 575,3 εκατ. ευρώ (11,8%), επιβεβαιώνοντας τη σταθερά ανοδική του πορεία στις διεθνείς αγορές. Σημαντική αύξηση παρουσίασαν, επίσης, τα διάφορα βιομηχανικά είδη, με ενίσχυση 103,0 εκατ. ευρώ (5,0%), καθώς και τα χημικά προϊόντα, που αυξήθηκαν κατά 76,0 εκατ. ευρώ (2,0%). Αξιοσημείωτη ήταν και η άνοδος στον κλάδο των ποτών-καπνών, ο οποίος σημείωσε αύξηση 72,7 εκατ. ευρώ ή 8,5%, καθώς και στα λίπη-έλαια, με άνοδο 30,1 εκατ. ευρώ ή 4,9%. Οριακή αλλά θετική ήταν και η συμβολή των μη ταξινομημένων προϊόντων, τα οποία ενισχύθηκαν κατά 12,4 εκατ. ευρώ ή 18,4%. Αντιθέτως, ο κλάδος των πετρελαιοειδών παρουσίασε τη μεγαλύτερη μείωση τόσο σε απόλυτους όσο και σε ποσοστιαίους όρους, με πτώση 2.488,3 εκατ. ευρώ ή 26,3%, επηρεάζοντας καθοριστικά τη συνολική εικόνα των εξαγωγών. Πτωτικά κινήθηκαν, επίσης, τα μηχανήματα-οχήματα (-52,9 εκατ. ευρώ, -1,8%) και οι πρώτες ύλες (-40,5 εκατ. ευρώ, -3,9%). Τέλος, τα βιομηχανικά προϊόντα ενισχύθηκαν κατά 125,0 εκατ. ευρώ ή 2,8%, συνεχίζοντας την ανοδική τους πορεία.
Όσον αφορά τους εξαγωγικούς προορισμούς κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Ιουλίου 2025, σημειώθηκε οριακή μείωση κατά 0,5% στις εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση, οι οποίες διαμορφώθηκαν σε 16.470,5 εκατ. ευρώ, έναντι 16.561,3 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Η πτώση ήταν εντονότερη προς τις Τρίτες Χώρες, όπου οι εξαγωγές υποχώρησαν κατά 11,1% και διαμορφώθηκαν σε 12.001,3 εκατ. ευρώ, έναντι 13.499,4 εκατ. ευρώ πέρυσι. Ως αποτέλεσμα, το μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επί του συνόλου των εξαγωγών ενισχύθηκε στο 57,8% από 55,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2024, ενώ το μερίδιο των Τρίτων Χωρών περιορίστηκε στο 42,2% από 44,9%. Εάν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, οι εξαγωγές προς την ΕΕ αυξήθηκαν κατά 5,2% και ανήλθαν σε 14.633,3 εκατ. ευρώ έναντι 13.909,7 εκατ. ευρώ, ενώ προς τις Τρίτες Χώρες καταγράφηκε, επίσης, αύξηση κατά 4,2%, με τις εξαγωγές να διαμορφώνονται σε 7.480,4 εκατ. ευρώ έναντι 7.178,5 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2024. Το μερίδιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, χωρίς τα πετρελαιοειδή, παρέμεινε ουσιαστικά αμετάβλητο στο 66,2%, ενώ το μερίδιο των Τρίτων Χωρών διαμορφώθηκε στο 33,8%.
