
Στα 49,9 δισ. ευρώ έκλεισαν οι ελληνικές εξαγωγές το 2024 – Μειωμένο εμπορικό έλλειμμα κατά 7,9%
Αύξηση καταγράφηκε στις εξαγωγές τον Δεκέμβριο του 2024, σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία που ανακοίνωσε, στις 7 Φεβρουαρίου του 2025, η Ελληνική Στατιστική Αρχή και επεξεργάστηκε το ΙΕΕΣ του ΣΕΒΕ. Συγκεκριμένα, η συνολική αξία των εξαγωγών αγαθών ανήλθε στα 4.031,5 εκατ. ευρώ, έναντι 3.739,1 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023, με την αύξηση να φτάνει στα 292,4 εκατ. ευρώ ή 7,8%. Αντίθετα, ανεπαίσθητη μείωση καταγράφηκε στις εισαγωγές, οι οποίες μειώθηκαν κατά 0,2%, ανερχόμενες σε 7.126,2 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2024, σε σύγκριση με 7.140,1 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023. Ως εκ τούτου, το εμπορικό ισοζύγιο βελτιώθηκε κατά 306,3 εκατ. ευρώ, δηλαδή 9,0%.
Όταν εξαιρούμε τα πετρελαιοειδή, παρατηρούνται σημαντικές διαφορές. Ειδικότερα, η αύξηση των εξαγωγών φτάνει πλέον τα 418,4 εκατ. ευρώ ή 16,2%, με την αξία τους να ανέρχεται σε 3.006,7 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2024, από 2.588,3 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023. Ομοίως, οι εισαγωγές παρουσίασαν μικρή αύξηση, κατά 19,7 εκατ. ευρώ ή 0,4%, με την αξία τους να αυξάνεται από 5.449,2 εκατ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2023 σε 5.468,9 εκατ. ευρώ τον αντίστοιχο μήνα του 2024. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό ισοζύγιο εμφανίστηκε βελτιωμένο κατά 398,7 εκατ. ευρώ, φτάνοντας στα -2.462,2 εκατ. ευρώ για τον Δεκέμβριο του 2024.
Όσον αφορά την περίοδο Ιανουαρίου-Δεκεμβρίου 2024, οι εξαγωγές ανήλθαν σε 49.902,2 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας μείωση κατά 1.115,2 εκατ. ευρώ ή -2,2% σε σύγκριση με την ίδια περίοδο του 2023. Οι εισαγωγές, αντιθέτως, αυξήθηκαν κατά 1.428,8 εκατ. ευρώ ή 1,7%, φτάνοντας τα 84.517,1 εκατ. ευρώ. Οι παραπάνω μεταβολές είχαν ως αποτέλεσμα, τη διόγκωση του ελλείμματος του εμπορικού ισοζυγίου κατά 2.544,0 εκατ. ευρώ, με ποσοστιαία αύξηση 7,9%, καταδεικνύοντας την αρνητική τάση στο εμπορικό έλλειμμα για την εξεταζόμενη περίοδο.
Αν εξαιρεθούν τα πετρελαιοειδή, η κατάσταση του εμπορικού ισοζυγίου είναι όμοια με την προαναφερθείσα. Οι εξαγωγές έφτασαν τα 36.089,6 εκατ. ευρώ (βελτιωμένες κατά 819,8 εκατ. ευρώ), οι εισαγωγές τα €63.864,0 εκατ. (αυξημένες κατά 2.240,7 εκατ. ευρώ) και το εμπορικό έλλειμμα διαμορφώθηκε στα 27.774,4 εκατ. ευρώ (επιβαρυμένο κατά 5,4%).
Σε κλαδικό επίπεδο, ο κλάδος των τροφίμων σημείωσε τη μεγαλύτερη αύξηση σε απόλυτες τιμές, με άνοδο 635,9 εκατ. ευρώ (+8,3%), επιβεβαιώνοντας τη σταθερή ανάπτυξη του τομέα. Αντίστοιχα, ο κλάδος των ποτών-καπνών κατέγραψε τη μεγαλύτερη ποσοστιαία αύξηση, με 108,4 εκατ. ευρώ (+8,5%), γεγονός που υποδηλώνει τη δυναμική του συγκεκριμένου κλάδου στις διεθνείς αγορές. Θετική πορεία παρουσίασαν επίσης τα χημικά προϊόντα, με άνοδο 93,5 εκατ. ευρώ (+1,6%), καθώς και οι πρώτες ύλες, που αυξήθηκαν κατά 57,7 εκατ. ευρώ (+3,5%), υποδεικνύοντας μια σταθερή ζήτηση σε αυτούς τους τομείς. Αντίθετα, τα βιομηχανικά προϊόντα σημείωσαν πτώση 388,6 εκατ. ευρώ (-5,0%), ενώ τα μηχανήματα-οχήματα μειώθηκαν κατά 135,8 εκατ. ευρώ (-2,7%), γεγονός που μπορεί να αποδίδεται είτε σε επιβράδυνση της βιομηχανικής δραστηριότητας είτε σε μειωμένες επενδύσεις σε εξοπλισμό. Μικρότερη πτώση κατέγραψαν τα διάφορα βιομηχανικά προϊόντα, με μείωση 24,0 εκατ. ευρώ (-0,7%), ενώ ο κλάδος των λιπών και ελαίων παρουσίασε σημαντική υποχώρηση 344,6 εκατ. ευρώ (-24,0%), γεγονός που ενδεχομένως σχετίζεται με μειωμένες τιμές στις διεθνείς αγορές ή μειωμένη ζήτηση. Ο κλάδος των πετρελαιοειδών είχε τη μεγαλύτερη αρνητική συμβολή στη συνολική πορεία των εξαγωγών, σημειώνοντας μείωση 1.568,2 εκατ. ευρώ (-9,5%), γεγονός που αντικατοπτρίζει είτε τη μείωση των διεθνών τιμών είτε τη χαμηλότερη ζήτηση για τα ελληνικά προϊόντα του κλάδου.
Ο Πρόεδρος του ΣΕΒΕ, Συμεών Διαμαντίδης, δήλωσε: «Το 2024 υπήρξε μια ακόμα απαιτητική χρονιά για την εξωστρεφή επιχειρηματικότητα, καθώς οι γεωπολιτικές αναταράξεις και οι οικονομικές προκλήσεις επηρέασαν τη δυναμική των εξαγωγών. Οι συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην Μέση Ανατολή και η αστάθεια στις θαλάσσιες εμπορικές διαδρομές, ιδιαίτερα στην Ερυθρά Θάλασσα, διατήρησαν τις πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού, ενώ το υψηλό κόστος χρήματος και οι πληθωριστικές πιέσεις διαμόρφωσαν ένα δύσκολο διεθνές περιβάλλον.
Παρά τις αντιξοότητες, οι εξαγωγές προϊόντων για το 2024 ανήλθαν σε 49.902,2 εκατ. ευρώ, διατηρώντας την ελληνική οικονομία σε υψηλά επίπεδα εξωστρέφειας. Αν και παρουσίασαν μια ήπια μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος, η ανθεκτικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων ήταν εμφανής, καθώς προσαρμόστηκαν στις νέες συνθήκες και διατήρησαν τη δυναμική τους στις διεθνείς αγορές. Η αύξηση του εμπορικού ελλείμματος κατά 2,5 δισ. ευρώ αποτελεί ένδειξη της διεύρυνσης του εμπορικού ισοζυγίου, γεγονός που αντανακλά τη συνολική δυναμική της ζήτησης στην οικονομία. Σύμφωνα με τα στοιχεία, η αύξηση των συνολικών εισαγωγών κατά 1,7% (1,4 δισ. ευρώ) και η μείωση των συνολικών εξαγωγών κατά 2,2% (1,1 δισ. ευρώ) αποτυπώνουν μια τάση ενίσχυσης της εγχώριας κατανάλωσης και της εξάρτησης από το διεθνές εμπόριο. Χωρίς τα πετρελαιοειδή οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά 2,3% (820 εκατ. ευρώ), αυξήθηκαν όμως και οι εισαγωγές κατά 3,6% (2,2 δισ. ευρώ) με αποτέλεσμα τη διεύρυνση, σε μικρότερο όμως βαθμό, του εμπορικού ελλείμματος κατά 5,4% (1,4 δισ. ευρώ).
Αν η αύξηση των εισαγωγών αφορά κυρίως καταναλωτικά αγαθά χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση της εγχώριας παραγωγικής βάσης, το αποτέλεσμα είναι η διόγκωση του εμπορικού ελλείμματος και η μεγαλύτερη εξάρτηση από το εξωτερικό. Όταν, όμως, η αύξηση των εισαγωγών συνοδεύεται από ισχυρή επενδυτική δραστηριότητα, ενδέχεται να λειτουργήσει ενισχυτικά για την οικονομία, οδηγώντας σε ανάπτυξη μέσω της ροής κεφαλαίων και της τεχνολογικής αναβάθμισης της παραγωγής. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα σε τομείς όπου οι εισαγωγές αφορούν κεφαλαιουχικά αγαθά και ειδικότερα πάγια αγαθά στα οποία περιλαμβάνονται τα διαρκή, π.χ. εγκαταστάσεις, εξοπλισμό, κ.λπ.
Οι εισαγωγές της Ελλάδας καταγράφουν σημαντική συγκέντρωση σε κατηγορίες που αφορούν μηχανήματα και βιομηχανικά είδη, απαραίτητα για την υλοποίηση και ολοκλήρωση επενδύσεων που πραγματοποιούν οι ελληνικές επιχειρήσεις σε μηχανολογικό, τεχνολογικό εξοπλισμό και ΑΠΕ, μέσω των κονδυλίων που η χώρα έχει εξασφαλίσει και πρέπει να απορροφηθούν εντός των επόμενων τριών ετών.
Η σημαντική διαφορά μεταξύ εισαγωγών και εξαγωγών σε συγκεκριμένες κατηγορίες υπογραμμίζει την ανάγκη επενδύσεων που θα ενισχύσουν την εγχώρια παραγωγή. Οι επενδύσεις που εισρέουν στη χώρα μέσω ευρωπαϊκών προγραμμάτων και ιδιωτικών κεφαλαίων μπορούν να συμβάλουν στη μείωση αυτής της ανισορροπίας, εφόσον κατευθύνονται σε στρατηγικούς τομείς που βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα της εγχώριας παραγωγής και περιορίζουν την ανάγκη εισαγωγών.
Η επιτυχία των ελληνικών εξαγωγών εξακολουθεί να βασίζεται στην προσαρμοστικότητα και την καινοτομία των επιχειρήσεων. Οι εταιρείες που αξιοποιούν σύγχρονες τεχνολογίες, ενισχύουν την παραγωγικότητά τους και διαφοροποιούν τις αγορές τους καταφέρνουν να ξεπερνούν τις προκλήσεις και να διαμορφώνουν ένα πιο βιώσιμο και ανταγωνιστικό εξαγωγικό προφίλ. Οι εξελίξεις στο διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, ιδιαίτερα στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεάζουν άμεσα τις εμπορικές ροές και τις στρατηγικές των επιχειρήσεων, δημιουργώντας τόσο ευκαιρίες όσο και προκλήσεις. Οι δασμοί που πρόκειται να επιβληθούν κατά την προεδρία Τραμπ εξακολουθούν να αποτελούν διαπραγματευτικό εργαλείο στις εμπορικές σχέσεις των ΗΠΑ, δίνοντας στις ελληνικές επιχειρήσεις τη δυνατότητα να διεκδικήσουν ευνοϊκότερους όρους σε βασικούς εξαγωγικούς κλάδους. Παράλληλα, η ενίσχυση της εξωστρέφειας των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας, διαδραματίζει καθοριστικό ρόλο στην περαιτέρω ανάπτυξη των εξαγωγών. Με αυτά τα δεδομένα, η στρατηγική ανάπτυξης των ελληνικών εξαγωγών πρέπει να επικεντρωθεί στην προώθηση τεχνολογικά προηγμένων προϊόντων και στη διείσδυση σε νέες αγορές, ώστε να διασφαλιστεί η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα και η ανταγωνιστικότητα της εξαγωγικής δραστηριότητας».
