Οι θάλασσες της ΕΕ δεν έχουν απαλλαγεί ακόμη πλήρως από τα ρυπογόνα πλοία

Στην έκθεση που δημοσίευσε πρόσφατα, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) κρούει τον κώδωνα του κινδύνου: πλοία και σκάφη κάθε είδους εξακολουθούν να ρυπαίνουν τις θάλασσες της ΕΕ. Παρότι η σχετική ενωσιακή νομοθεσία βελτιώνεται, ενίοτε δεν είναι αυστηρότερη από τους διεθνείς κανόνες, η εφαρμογή της από τα 22 παράκτια κράτη-μέλη πόρρω απέχει από το να είναι ικανοποιητική. Το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι οι ενέργειες για την πρόληψη, την αντιμετώπιση και την παρακολούθηση της κάθε είδους ρύπανσης από πλοία και για την επιβολή κυρώσεων δεν είναι επαρκείς.

Η νομοθεσία της ΕΕ ενσωματώνει τους διεθνείς κανόνες σε τομείς, όπως η πετρελαϊκή ρύπανση, τα ναυάγια και οι εκπομπές θείου. Σε ορισμένες, μάλιστα, περιπτώσεις, οι απαιτήσεις της είναι αυστηρότερες. Ωστόσο, το ΕΕΣ προειδοποιεί ότι εξακολουθούν να υπάρχουν κενά που η ΕΕ πρέπει να καλύψει, ιδίως όσον αφορά στους κινδύνους ρύπανσης. Για παράδειγμα, οι πλοιοκτήτες έχουν ακόμη τη δυνατότητα να παρακάμπτουν τις υποχρεώσεις που σχετίζονται με την ανακύκλωση των πλοίων, επιλέγοντας σημαία νηολόγησης τρίτης χώρας πριν από τη διάλυση του πλοίου τους. Τα στοιχεία μιλούν από μόνα τους: το 2022, 1 στα 7 πλοία παγκοσμίως έφερε σημαία της ΕΕ. Για τα πλοία στο τέλος του κύκλου ζωής τους, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν κατά 50% χαμηλότερο. Ούτε οι κανόνες της ΕΕ για τα εμπορευματοκιβώτια που χάνονται στην θάλασσα είναι όσο άρτιοι θα έπρεπε. Αφενός, δεν διασφαλίζουν τη δήλωση όλων των απωλειών, αφετέρου ελάχιστα μόνον εμπορευματοκιβώτια ανακτώνται τελικά.

«Η ρύπανση των θαλασσών από πλοία εξακολουθεί να αποτελεί μείζον πρόβλημα και, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί τα τελευταία χρόνια, η ΕΕ δεν έχει ακόμη περάσει τον κάβο» δήλωσε ο Νικόλαος Μηλιώνης, Μέλος του ΕΕΣ και αρμόδιος για τον έλεγχο. «Δεδομένου ότι πρόβλημα ρύπανσης εκτιμάται ότι έχουν πάνω από τα τρία τέταρτα των ευρωπαϊκών θαλασσών, μοιάζει ανέφικτος, αυτήν τη στιγμή, ο φιλόδοξος στόχος για μηδενική ρύπανση, προκειμένου να προστατευθούν η ανθρώπινη υγεία, η βιοποικιλότητα και τα ιχθυαποθέματα».

Το ΕΕΣ σημειώνει ακόμα ότι οι χώρες της ΕΕ δεν αξιοποιούν επαρκώς τα εργαλεία που έχει αναπτύξει η ΕΕ για την αντιμετώπιση της ρύπανσης από πλοία, μεταξύ άλλων ένα δίκτυο σκαφών άμεσης ετοιμότητας για την καταπολέμηση πετρελαιοκηλίδων και δρόνους ανίχνευσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ευρωπαϊκή υπηρεσία παρακολούθησης πετρελαιοκηλίδων μέσω δορυφόρου (CleanSeaNet), που είναι υπεύθυνη για την επιτήρηση και στον έγκαιρο εντοπισμό πιθανών περιστατικών ρύπανσης. Αυτή η υπηρεσία, τη διετία 2022-2023, εντόπισε συνολικά 7.731 πιθανές πετρελαιοκηλίδες στις θάλασσες της ΕΕ, τις περισσότερες από τις οποίες στην Ισπανία (1.462), την Ελλάδα (1.367) και την Ιταλία (1.188). Ωστόσο, το ΕΕΣ διαπίστωσε ότι τα κράτη-μέλη έδωσαν συνέχεια σε λιγότερες από τις μισές από αυτές τις προειδοποιήσεις και επιβεβαίωσαν τη ρύπανση μόνο στο 7% των περιπτώσεων. Αυτό οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο χρονικό διάστημα που παρεμβάλλεται μεταξύ της λήψης δορυφορικής εικόνας και του ελέγχου του περιστατικού ρύπανσης.

Το ΕΕΣ διαπίστωσε, επίσης, ότι οι αρχές των κρατών-μελών δεν διενεργούν επαρκή αριθμό προληπτικών επιθεωρήσεων πλοίων και ότι η επιβολή κυρώσεων στους υπεύθυνους για τη ρύπανση παρέμεινε σε χαμηλά επίπεδα. Οι υπεύθυνοι για την παράνομη απόρριψη ρυπογόνων ουσιών στην θάλασσα σπάνια αντιμετωπίζουν αποτελεσματικές ή αποτρεπτικές κυρώσεις και οι περιπτώσεις δίωξης είναι σπάνιες. Επίσης, ελάχιστα κράτη-μέλη αναφέρουν παραβιάσεις σε σχέση με την ανάκτηση εγκαταλελειμμένων, χαμένων ή απορριφθέντων αλιευτικών εργαλείων.

Το γενικό συμπέρασμα του κλιμακίου ελέγχου είναι ότι ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ούτε τα κράτη-μέλη έχουν πλήρη εικόνα των ενωσιακών κονδυλίων που χρησιμοποιούνται για την καταπολέμηση της ρύπανσης των θαλάσσιων υδάτων. Το ίδιο ισχύει για τα αποτελέσματα που έχουν επιτευχθεί καθώς και για το πώς αυτά θα μπορούσαν να αναπαραχθούν σε μεγαλύτερη κλίμακα. Παράλληλα, ο έλεγχος κατέδειξε ότι η ΕΕ αντιμετωπίζει δυσκολίες στην παρακολούθηση της ρύπανσης από πλοία. Άγνωστη παραμένει σε μεγάλο βαθμό η πραγματική ποσότητα πετρελαίου, ρυπογόνων ουσιών και απορριμμάτων που καταλήγουν στις θάλασσες από πλοία, όπως εξάλλου και η ταυτότητα των υπευθύνων για τη ρύπανση.