Ε.Ε.: Εφαρμογή συντονισμένων πολιτικών δράσεων για τη βιομηχανία και τις ΜμΕ

Η οικονομική ανάκαμψη της Ε.Ε. υπήρξε σχετικά αργή και παραμένει εύθραυστη. Αυτό αντικατοπτρίζεται σε ένα αίσθημα επιδείνωσης της κατάστασης σε όλο το φάσμα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Επιπροσθέτως, υπάρχουν σαφείς κίνδυνοι υποχώρησης που πηγάζουν από τις χρηματοοικονομικές αγορές, τις αυξανόμενες τιμές της ενέργειας και των πρώτων υλών και την ανάγκη δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ωστόσο, η βιομηχανία της Ε.Ε. βρίσκεται σε καλή κατάσταση και διαθέτει το δυναμικό ώθησης για να επαναφέρει την ευρωπαϊκή οικονομία σε αναπτυξιακή τροχιά.

Υπάρχουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των κρατών-μελών: η μέση παραγωγικότητα της εργασίας στη μεταποιητική βιομηχανία κυμαίνεται από σχεδόν 125% της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας ανά εργαζόμενο στην Ιρλανδία, έως 20% στη Βουλγαρία. Το ποσοστό καινοτόμων εταιρειών κυμαίνεται από 80% στη Γερμανία έως 25% στη Λετονία. Ο βαθμός φιλικότητας των κανόνων προς τις επιχειρήσεις βρίσκεται στο υψηλότερο επίπεδο στη Φινλανδία, ενώ η Ιταλία κατατάσσεται στην τελευταία θέση. Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, η σημερινή ανακοίνωση προτρέπει τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν σύντομα πολιτικές σύγκλισης των επιπέδων ανταγωνιστικότητας, που να είναι συνεκτικές με τη συμμετοχή στο ευρώ και την εσωτερική αγορά.

Προϋπόθεση για να συμβεί αυτό είναι τα κράτη-μέλη να εφαρμόσουν σθεναρές και συντονισμένες πολιτικές για τη βιομηχανία και τις ΜμΕ. Για το σκοπό αυτό η Επιτροπή είναι πρόθυμη να προωθεί και να παρακολουθεί τις διαρθρωτικές αλλαγές, δεδομένου ότι η ευρωπαϊκή οικονομία πρέπει επειγόντως να επιστρέψει σε αναπτυξιακή πορεία.

Σημαντικοί τομείς δράσης
Η αύξηση της συνολικής ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας έχει ουσιαστική σημασία, δεδομένου ότι το 75% των εξαγωγών της Ε.Ε. προέρχονται από μεταποιητικές επιχειρήσεις, οι οποίες ταυτόχρονα αντιπροσωπεύουν το 80% της βιομηχανικής Ε&Α. Στην ανακοίνωση προσδιορίζονται οι ακόλουθοι βασικοί τομείς, στους οποίους η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας της Ε.Ε. θα μπορούσε να ενισχυθεί περισσότερο προκειμένου να σημειωθεί σημαντική πρόοδος για την επίτευξη των στόχων της στρατηγικής «Ευρώπη 2020»:

(1)διευκόλυνση διαρθρωτικών αλλαγών στην οικονομία, ώστε να υπάρξει μετάβαση σε πιο καινοτόμους και βασιζόμενους στη γνώση τομείς που παρουσιάζουν μεγαλύτερη αύξηση της παραγωγικότητας και έχουν πληγεί λιγότερο από τον παγκόσμιο ανταγωνισμό (όπως είναι οι οικολογικές βιομηχανίες, ο ηλεκτρολογικός και οπτικός εξοπλισμός)
(2)δυνατότητα για καινοτομία στις βιομηχανίες, ιδίως με τη συγκέντρωση των πόρων που σπανίζουν, τη μείωση του βαθμού του κατακερματισμού των προγραμμάτων υποστήριξης της καινοτομίας και την εστίαση των ερευνητικών έργων στην αγορά. Οι αγορές για βασικές τεχνολογίες γενικής εφαρμογής (π.χ. νανοτεχνολογίες, προηγμένα υλικά, βιομηχανική βιοτεχνολογία), για παράδειγμα, αναμένεται να αυξηθούν έως και κατά 50% μέχρι το 2015, δημιουργώντας χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας με υψηλή προστιθέμενη αξία.
(3)προώθηση της βιωσιμότητας και αποδοτικότητα των πόρων, ιδίως με την προώθηση της καινοτομίας και της χρήσης καθαρότερων τεχνολογιών, την εξασφάλιση δίκαιης πρόσβασης και τιμολόγησης των πρώτων υλών και της ενέργειας χωρίς στρεβλώσεις, καθώς και την αναβάθμιση και τη διασύνδεση των δικτύων διανομής ενέργειας
(4)βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, ιδίως με τη μείωση του διοικητικού φόρτου για τις επιχειρήσεις και την προώθηση του ανταγωνισμού μεταξύ των παρόχων υπηρεσιών που χρησιμοποιούν τις υποδομές στους τομείς των ευρυζωνικών δικτύων, της ενέργειας και των μεταφορών
(5)αξιοποίηση των δυνατοτήτων της ενιαίας αγοράς, με υποστήριξη των καινοτόμων υπηρεσιών και με την πλήρη εφαρμογή της νομοθεσίας για την ενιαία αγορά, ιδίως της οδηγίας για τις υπηρεσίες, η πλήρης εφαρμογή της οδηγίας για τις υπηρεσίες θα μπορούσε να επιφέρει οικονομικό κέρδος έως 140 δισ. ευρώ σε όλη την ΕΕ, αντιπροσωπεύοντας δυναμικό ανάπτυξης ύψους 1,5% του ΑΕγχΠ
(6)στήριξη των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (ΜμE), ιδίως με ευνοϊκή πρόσβαση στη χρηματοδότηση, με διευκόλυνση της διεθνοποίησης και της πρόσβασης στις αγορές και με την εξασφάλιση ότι οι δημόσιες διοικήσεις μειώνουν το χρόνο πληρωμής.

Τα κύρια αποτελέσματα των εκθέσεων
Παραγωγικότητα της εργασίας (ανά εργαζόμενο στη μεταποιητική βιομηχανία): Το ποσοστό παραγωγικότητας είναι μεγαλύτερο από το μέσο όρο της ΕΕ στην Ιρλανδία, τις Κάτω Χώρες, την Αυστρία, τη Φινλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τη Σουηδία, και χαμηλότερο από το μέσο όρο στη Σλοβακία, στην Πολωνία, στη Σλοβενία, στην Κύπρο, στην Ουγγαρία, στην Τσεχική Δημοκρατία, στην Πορτογαλία, στην Εσθονία, στη Λιθουανία, στη Ρουμανία, στη Λετονία και στη Βουλγαρία.
Η E.Ε. έχει λιγότερες νέες καινοτόμους εταιρείες: Οι εταιρείες της Ε.Ε. έχουν χαμηλότερες επιδόσεις από τις ΗΠΑ και την Ιαπωνία όσον αφορά τις εφαρμογές και την εμπορική αξιοποίηση της έρευνας και της καινοτομίας. Το ποσοστό των καινοτόμων εταιρειών επί του συνόλου των εταιρειών είναι ιδιαίτερα υψηλό στο Λουξεμβούργο, στη Γερμανία, στο Βέλγιο και στην Πορτογαλία, αλλά είναι χαμηλό στην Ουγγαρία, στην Πολωνία, στη Λετονία και στη Λιθουανία.
Η βιομηχανία είναι όλο και περισσότερο αλληλένδετη με τις υπηρεσίες: Συγκεκριμένα, οι επιχειρηματικές υπηρεσίες έντασης γνώσης χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο ως άμεσες και έμμεσες εισροές από τη βιομηχανία και αντιπροσωπεύουν έως και το 9% των εξαγωγών της ΕΕ-12 και το 18% των εξαγωγών της Ε.Ε.-15.
Η βιομηχανία της Ε.Ε. βελτιώνει την αποδοτικότητα των πρώτων υλών: χρησιμοποιεί όλο και περισσότερο ανακυκλωμένα υλικά και καινοτόμα υλικά υποκατάστασης, αλλά η προσβασιμότητα και η οικονομική προσιτότητα των μη ενεργειακών πρώτων υλών έχουν ζωτική σημασία για την ανταγωνιστικότητα πολλών μεταποιητικών βιομηχανιών υψηλής έντασης πρώτων υλών στην Ε.Ε.
Βιομηχανική αποδοτικότητα: Η Ε.Ε. είναι πρωτοπόρος σε πολλούς τομείς, όπου γενικά προπορεύεται των ΗΠΑ και καλύπτει τη διαφορά με την Ιαπωνία. Εντούτοις, υπάρχουν σημαντικές διαφορές ως προς τις επιδόσεις μεταξύ κρατών-μελών και βιομηχανικών τομέων στην Ε.Ε.
Φιλικότητα των κρατικών ρυθμίσεων προς τις επιχειρήσεις: Στην ομάδα των χωρών που οι κανόνες είναι λιγότερο επαχθείς για τις εταιρείες περιλαμβάνονται το Λουξεμβούργο, η Φινλανδία, η Εσθονία, η Κύπρος, η Δανία και η Σουηδία. Αντιθέτως, τα περισσότερα παράπονα από εταιρείες καταγράφονται στο Βέλγιο, στην Πορτογαλία, στην Ελλάδα, στην Ουγγαρία και στην Ιταλία.